μπαζαρίζω

  • Acestor

    Senior Member
    Greek
    Βλέπω την πηγή της απορίας σου:
    «Βρε παιδί μου, ένα μοιασίδι όμως, ε, φτυστός ήτανε ο κερατάς, έλεγε ο Νικολής κι οι άλλοι τρεις ρουφούσαν με θόρυβο τη νεκρόσουπα του Σφαντού και κουνούσανε όλοι μαζί τα κεφάλια τους, συγκαταβατικά όπως πάντα… Βρε γυναίκα, έλα να δεις που μπαζάρισε ο Σίμος, φώναζε την προπερασμένη Παρασκευή, που μονάχος καθότανε στην κάμαρη κι έβλεπε το χαζοκούτι, ο Σίμος δεν είναι τούτος στο Καστελόριζο μαζί με τον πρωθυπουργό, τη ρωτούσε φωναχτά μα εκείνη ήταν μέσα, στο τηγάνι, κι ίσαμε, ρε παιδιά, να προβάλει από την κουζίνα, έλεγε ο Νικολής, πέταξε το πουλί, πάει το καΐκι , αλάργεψε, χάθηκε, γύρισε, βρε κερατά, τη μηχανή να το ξαναδούμε, του φώναζα, μα που αυτός, το νου του τον είχε στον πρωθυπουργό, που να τον έχει, να μου πεις, στο Σίμο…»
    «Λαγού μαλλί» / Εκδόσεις

    Νομίζω ότι θέλει να πει «έλα να δεις πού μπαζάρισε ο Σίμος».

    Βλέπω ότι η λέξη που προέρχεται από τη γλώσσα των ναυτικών έχει διάφορες σημασίες. Στο λεξικό του Πάπυρου διαβάζω:
    1. τεντώνω το σχοινί και το πανί πλοίου μέχρι την τέλεια προσαρμογή τού ενός με το άλλο
    2. έλκομαι ώσπου να εφαρμόσω τελείως με κάτι («άσ' το, μπαζάρησε πια το πανί»)
    3. στερεώνω πέτρες σε τοίχο οικοδομής τοποθετώντας ανάμεσά τους χαλίκια
    4. μτφ. φεύγω μακριά («κοίταξε που μπαζάρησε κιόλας»).

    Αυτόν τον αόριστο τον γράφουμε πια «μπαζάρισε».

    Από κάποια λεξικά τοπικών ιδιωμάτων μάζεψα αυτές τις σημασίες:

    Μπαζάρω. Φθάνω πιο μακρυά από όσο είχα αρχικά υπολογίσει. Μέχρι να το βρώ (αυτό που μου είπες) μπαζάρισα στο τάδε σημείο. Από την ιταλική λέξη basare (μπαζάρε), που σημαίνει θεμελιώνω απαραιτήτως σε βράχο, σκάβω μέχρι να βρω βράχο. Δηλαδή υποχρεώνομαι να φθάσω σε σημείο απαραίτητο ώστε να κάνω την σωστή δουλειά.

    Μπαζάρω : Ξεπερνώ. (Αυτές οι μαλιοκομμένες μπαζάρανε τα ενενήντα και τραβάνε για τα εκατό!).

    μπαζάρω - 1. εισχωρώ, μπαίνω σε βάθος 2. μαζεύω (κάνω μπάζα) < ιταλ. bazza μπαζάρισμα. Λίγο χρησιμοποιούμενη λέξη, τη συναντάμε με διάφορες ερμηνείες εκτός αυτών που σχετίζονται με την μπάζα ή κάποιες φορές τα μπάζα. Φαίνεται να υπάρχει ναυτικός όρος με την εξήγηση: τεντώνω το σχοινί και το πανί του πλοίου μέχρι να προσαρμοστούν καλά ή έλκομαι ώσπου να εφαρμόσω τελείως με κάτι. Επίσης υπάρχει η εξήγηση του φεύγω μακριά, απομακρύνομαι || " Έκανε, εκείνονε τον καιρό, την «πόστα», το κανονικό δρομολόγιο, το επιβατηγό «ΛΑΚΩΝΙΑ». Σαλπάριζε από τον Πειραιά, έπιανε τις μαγγιώρες «σκάλες» του Μοριά, Μονοβάσια, Βάτικα, Γύθειο, Γερολιμένα και μπαζάριζε μέχρι την Καλαμάτα." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

    Μπαζάρω : πηγαίνω κάπου μακριά, με την έννοια του καταλήγω κάπου μακριά μετά απο πολύ περπάτημα
    "ψάχνανε τα ρίφια και από την Πλαγιά μπαζάρανε στη Βάρδια ! “
    “ψάχνανε κάτι αθλητικά παπούτσια κι από τον Πειραιά μπαζάρανε στην Καλλιθέα.

    Οπότε θεωρώ ότι εδώ έχει τη σημασία «πού έφτασε / πόσο μακριά έφτασε ο Σίμος».
     

    Ancolie

    Senior Member
    french
    Ντρέπομαι που ασχολήθηκες τόσο πολύ με την ερώτησή μου.
    Αυτό το λεξικό του Παπύρου ( 13 Τόμοι !) δεν μπορούμε να το έχουμε στο δίκτυο ;
     

    Acestor

    Senior Member
    Greek
    Αυτό το λεξικό του Παπύρου ( 13 Τόμοι !) δεν μπορούμε να το έχουμε στο δίκτυο ;
    Υπάρχει εδώ (σε κάποιο πειρατικό αντίγραφο):
    https://greek_greek.en-academic.com/104094/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B6%CE%AC%CF%81%CF%89

    Ασχοληθηκα γιατί ήταν άγνωστη και για μένα και ήθελα να μάθω περισσότερα. :)
     
    Top