Greek to English προκύπτω

Dictionary entry: προκύπτω

Karolellinida

Member
English - USA

οδηγούμαι ρ αμ
His lies were the cause of his dismissal from the company and, ultimately, of the entire situation that resulted.
Τα ψέματά του ήταν η αιτία της αποπομπής τους από την εταιρεία και, τελικά, της όλης κατάστασης που προέκυψε. This word should be του.
Τα ψέματά του ήταν η αιτία της αποπομπής τους από την εταιρεία και, τελικά, της όλης κατάστασης στην οποία καταλήξαμε. This word should be του.
Τα ψέματά του ήταν η αιτία της αποπομπής τους από την εταιρεία και, τελικά, της όλης κατάστασης στην οποία οδηγηθήκαμε. This word should be του.
 
  • Top