English to Greek consistent

Dictionary entry: consistent
Ν

Νέος

Guest
(μεταφορικά, figuratively) συναοιδός, συνωδός

το συν- + άδω ετυμολογικά δίνει το συν + αοιδός

αλλά και


ωδή < αρχαία ελληνική ᾠδή < ἀοιδή < ἀείδω και ἀήδω (τραγουδώ) < ἀϜείδω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂weyd- (κοινή ρίζα με την λέξη αὐδή)

συναοιδός - Ancient Greek (LSJ) - LSJ.gr​

https://lsj.gr › wiki › συναοιδός


· Translate this page

Greek (Liddell-Scott). συναοιδός: όν (ἢ συνάοιδος, Ἀρκάδ. 18), = συνῳδός, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 787. Greek Monolingual. -όν, Α βλ. συνῳδός. Greek Monotonic.
 
  • Top