English to Greek have something in mind

Dictionary entry: have something in mind
Α

αθεΐστρια της ΝΔ

Guest
(plan) έχω σκοπό ή πρόθεση να κάνω κάτι συγκεκριμένο, έχω σχεδιάσει κάτι



have something in mind

idiom

to have a plan or intention:


(Cambridge Dictionary)
 
  • Top