English to Greek inculcate

Dictionary entry: inculcate
Α

αθεΐστρια της ΝΔ

Guest
ενσταλάζω


στάζω μέσα, δεν αλλάζω



Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα
https://www.greek-language.gr › tools
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής - Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα


ενσταλάζω [enstalázo] -ομαι Ρ2.2 : (λόγ.) σταλάζω. 1. ρίχνω, χύνω ποσότητα υγρού μέσα σε κτ. και κατά σταγόνες· χύνω σταγόνα σταγόνα. 2. (μτφ.) ...


https://www.greek-language.gr › tools
αρχ. ἐνσταλάζω - Παράλληλη αναζήτηση


0 Προβολή Άδειασμα. Αναζήτηση για: ενσταλάζω ... ενσταλάζω [enstalázo] -ομαι Ρ2.2 : (λόγ.) σταλάζω. ... [λόγ.: 1: αρχ. ἐνσταλάζω· 2: σημδ. γαλλ. instiller] ...
 
  • Top