English to Greek radical

Dictionary entry: radical
Ρ

ρηξικέλευθος

Guest
radical - WordReference.com Dictionary of English

ρηξικέλευθος​


https://el.wiktionary.org › wiki › ρη...

Web results​

ρηξικέλευθος - Βικιλεξικό


ΕπίθετοΕπεξεργασία. ρηξικέλευθος, -η, -ο. (λόγιο) που αποτελεί σημαντική πρόοδο και ανοίγει νέους δρόμους σε ένα τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας ή τρόπο ...






People also search for



ρηξικέλευθος τι σημαινει



ρηξικέλευθος παραδειγμα



κελευθος τι σημαινει



ρηξικέλευστος



Σφυρηλατώ



σεμνοπρεπης

https://www.greek-language.gr › tools

Web results​

ρηξικέλευθη - Λεξικό της κοινής νεοελληνικής


ρηξικέλευθος -η -ο [riksikélefθos] Ε5 : (λόγ.) που με τόλμη επιχειρεί κτ. νέο, ανοίγει ένα νέο δρόμο· (πρβ. νεωτεριστής, καινοτόμος): H σύγχρονη ...





https://www.wordreference.com › ρ...
ρηξικέλευθος - Ελληνοαγγλικό Λεξικό WordReference.com


ρηξικέλευθος - WordReference Greek-English Dictionary.






https://rixikeleuthos.gr
Ρηξικέλευθος | Ευφάνταστοι Στοχασμοί


Nov 16, 2020 — Καυστικές αλήθειες πάνω σε ζητήματα της καθημερινότητας. Γιατί όταν η αλήθεια πονάει τότε ξέρεις ότι βαδίζεις στο σωστό δρόμο.
https://rixikeleuthos.gr/





https://www.olympia.gr › ellada › ri...
Ρηξικέλευθος: Ετυμολογία, αειφόρος ελληνική γλώσσα.
 
  • Top