English to Greek sled

Dictionary entry: sled
< Previous | Next >
Κ

κινούμαι με έλκηθρο

Guest
sled,
go sledding,
UK: sledge,
go sledging
vi
US (travel on a sledge) (διαδικασία)κάνω έλκηθρο ρ έκφρ
(μετακίνηση)κινούμαι με έλκηθρο περίφρ
We sledded down the hill all afternoon.
Κάναμε έλκηθρο στο λόφο όλο το απόγευμα.
 
  • Iraklakos

    Senior Member
    Dictionary Editor
    Greek, German - Austria
    I am sorry, but I am not sure what it is you wish to report. Please clarify, thanks!
     
    < Previous | Next >
    Top