English to Greek stealth

Dictionary entry: stealth
< Previous | Next >
Α

Αντωνία

Guest
αναντίληπτος, (ο τόνος αλλάζει)

απαρατήρητος






Αποτελέσματα αναζήτησης
Αποτελέσματα ιστού


ἀναντίληπτος - Greek (LSJ) - LSJ.gr
lsj.gr › wiki › ἀναντίληπτος


1 Ιουλ 2020 — Full diacritics: ἀναντίληπτος, Medium diacritics: ἀναντίληπτος, Low diacritics: αναντίληπτος, Capitals: ΑΝΑΝΤΙΛΗΠΤΟΣ. Transliteration A: ...

αναντίληπτος - Dictionary of Greek - Enacademic
greek_greek.enacademic.com › αναντίληπτος


Look at other dictionaries: ἀναντίληπτος — insensible to masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). ἀναντίληπτον ...

αναντίληπτος - Morphologia Graeca - Enacademic
morphologia_gr_en.enacademic.com › αναντίληπτος


Look at other dictionaries: ἀναντίληπτος — insensible to masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). αναντίληπτος — η ...

απαρατήρητη - Λεξικό Συνώνυμα Αντώνυμα Σημασία Αντίθετα ...
www.lexigram.gr › lex › enni › απαρατήρητη


που διέφυγε την προσοχή, δεν έγινε αντιληπτός (η επιβλητική παρουσία του δεν πέρασε απαρατήρητη) (Έχει αντίθετα), αναντίληπτος, Επίθ. 755 ...
 
  • Iraklakos

    Senior Member
    Dictionary Editor
    Greek, German - Austria
    Thank you for reaching out! The suggested translation has been added to the dictionary. It will be visible online after our next update, within a few months.
     
    < Previous | Next >
    Top