English to Greek woodcut

Dictionary entry: woodcut
X

xylography

Guest
(xylography) ξυλογραφία, μεγάλη ξυλόσταμπα, ανάγλυφο ξύλο

ΟΧΙ ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΟ ΔΙΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΡΙΔΙΑΣΤΑΤΟ ΓΛΥΠΤΟ
 
  • Top